Χριστουγεννιάτικο διήγημα: «Κοσμικοί άγγελοι…»

Του: Μιχάλη Κ. Σκουλιού

 

Καλαντα

«Παιδικά κάλαντα», πίνακας 1872 του Νικηφόρου Λύτρα.

-Τόση ώρα μιλάμε και ούτε καν ξέρω που μένεις;…

-Το ίδιο κι’ εγώ…

Της έπιασε το χέρι, μες’ τα δυο, τα δικά του, τα ζεστά, στις χούφτες του σφιχτά. Είχαν καθίσει στο μαρμαρένιο πεζούλι που βρήκαν τυχαία μπροστά τους, στην Εθνική Βιβλιοθήκη, ήταν λίγο ξεπαγιασμένο, δεν τους ένοιαζε…

Παραμονή Χριστουγέννων, σχεδόν μεσημέρι, ημιαργία για τους δημόσιους υπάλληλους. Είχαν σχολάσει νωρίτερα και καθώς δεν κάθισαν στην καθιερωμένη μικρή γιορτή μαζί με τους άλλους υπαλλήλους, πήραν τους δρόμους…

Η μέρα ήταν ηλιόλουστη, παρ’ όλο που δεν μπορούσε να δει τον ήλιο, τον αισθάνονταν, έτσι όπως έστριψε από την «Χαλκοκονδύλης» και περίμενε στα φανάρια μαζί με τους άλλους διαβάτες. Οι αχτίνες χλιαρές, έπεφταν στο πρόσωπό του και το χάιδευαν γλυκά, πολύ γλυκά, καλοσυνάτα.

Από την «Κάνιγγος» έπιασε την «Ακαδημίας», πήρε δεξιά το πεζοδρόμιο, κι’ ανέβαινε… Τα πιτσιρίκια είχαν σήμερα την τιμητική τους από το πρωί. Δεν ήταν λίγοι κι’ οι μεγάλοι, που είχαν βγει με το νταούλι και το κλαρίνο, σχεδόν απρόσκλητοι χώνονταν στα διάφορα καταστήματα λέγοντας τα κάλαντα, χωρίς να ρωτήσουν κανένα ξεκουφαίνοντας τον κόσμο.

Μικρός θυμότανε, μια δυο χρονιές, πήγε με κάποιον ξάδελφό του στα κάλαντα, γυρίζοντας τις παλιές γειτονιές της Αθήνας. Δεν είχε απλωθεί τόσο ξέφρενα αυτή η πόλη. Ήτανε τόσο όμορφα, τόσο αγνά, σχεδόν όλα μύριζαν και του φαίνονταν σημαντικά. Θάτανε τότε, ίσαμε οκτώ-εννιά χρονών παιδί… Αυτό ήταν όλο κι’ όλο… Ύστερα χωρίστηκαν οι δρόμοι τους. Ο άλλος έβγαινε μονάχος του. Όχι πως δεν ήθελε να τον παίρνει μαζί του;… Ο ίδιος αρνιόταν, το θεωρούσε πως γίνονταν βάρος, ύστερα από την κακοτυχιά του…

Η Ελπίδα τον περίμενε, ήταν πιο κοντά εκεινής η δουλειά της, δούλευε στην τράπεζα…Ο κόσμος περνούσε γρήγορα από μπροστά της, χωρίς να της δίνει και τόσο μεγάλη σημασία. Σχεδόν έτρεχε να προλάβει τις δουλειές του, τα ψώνια του στα μαγαζιά. Άκουγε τα γοργά βήματά τους που αντιχτυπούσαν στις πλάκες. Πιο πέρα ένας λαχειοπώλης είχε στήσει μια πανύψηλη μεταλλική πυραμίδα και είχε απλώσει με μανταλάκια και τσακισμένα τραπουλόχαρτα, τα λαχεία του να τα πουλήσει. Έκανε φασαρία, τόση φασαρία, που κι’ αυτά τα λίγα περιστέρια που ζύγωναν κάθε τόσο εκεί γύρω της τσιμπολογώντας τα ριγμένα κομμάτια από τα κουλούρια των μπέμπηδων, άκουγε το γουργουρητό τους και τα τσαλαπατήματά τους μονάχα, ξαφνιάζονταν με τα φωναχτά του και από φόβο παίρνανε δρόμο και φτερούγιζαν μακρύτερα…

Αναστέναξε. Προσπάθησε να ζωντανέψει στ’ αφτιά της, τη φωνή του… Χρόνια τον άκουγε από το τηλέφωνο. Βαριά φωνή, ισχυρή, μεταλλική, τυπική:

-Παρακαλώ συνδέστε με, της έλεγε, με τον κύριο τάδε… θέλει να μιλήσει ο κύριος δείνα… από την υπηρεσία προμηθειών της…

-Αναμείνατε στο ακουστικό σας… Του απαντούσε εκείνη, πάλι τυπικά, επαγγελματικά….

Ώσπου, σήμερα το πρωί, εκείνος έκανε λάθος. Άλλο ήθελε να πάρει κι’ άλλος αριθμός του βγήκε… Άκουσε τη φωνή του:

-Καλημέρα σας και Χρόνια Πολλά!…

-Χρόνια Πολλά και σ’ εσάς,… με ποιο εσωτερικό να σας συνδέσω;…

-Με συγχωρείτε έκανα λάθος…

-Δεν πειράζει… Σκέφτηκε να πατήσει το διακόπτη και να κλείσει αμέσως τη γραμμή, μα, κόμπιασε. Η κοπέλα από την άλλη άκρη του σύρματος περίμενε. Στο τέλος πήρε αυτή την πρωτοβουλία:

-Τόσον καιρό σας ακούω, ακούω τη φωνή σας, που μ’ εξυπηρετείτε, ούτε που ξέρω πως σας λένε, παρ’ ότι φαίνεται πως είμαστε συνάδελφοι…

-Με λένε Φώτη… Εσάς;…

-Ελπίδα!.. Σκέφτηκε να τον χαιρετήσει και να κλείσει αμέσως τον διάλογο, έτσι απλά όπως τον άρχισε, όμως ο άντρας την πρόκαμε:

-Αύριο αργία, επί τέλους μια μέρα να ξυπνήσουμε μια ώρα αργότερα…

-Και βέβαια, όλ’ η μέρα θα είναι δική μας…

Έπειτα δίχως να το θέλει η μία κουβέντα έφερε την άλλη, έτσι όπως χύνεις ένα ποτήρι νερό στον πάτο και γίνεται ποταμάκι και κυλάει και τρέχει γρήγορα…

-Τι θα κάνεις απόψε το βράδυ;…

-Θα μείνω μόνη στο σπίτι… Εσύ;…

-Κι’ εγώ το ίδιο… Όλοι τους θα φύγουν, καθ’ ένας θα πάει να βρει τους φίλους του, εγώ θα μείνω μέσα…. Ίσως είναι καλύτερα έτσι… Το ραδιοφωνάκι είναι η καλύτερη παρέα…

Έφτασε στο ύψος της «Λυρικής» και πέρασε μέσα τη στοά για να κερδίσει χρόνο. Διερχόμενος από το «δισκάδικο» άκουσε τη μουσική από το μεγάφωνο. Στάθηκε, του άρεσε. Το μυαλό του πήγε σ’ εκείνη. Να της πάρει ένα δίσκο, έτσι για το καλό της γνωριμίας τους. Δίστασε μήπως και… Στο κάτω-κάτω της γραφής, τέτοιες μέρες, όλοι ανταλλάσσουν δώρα μεταξύ τους…

Δεν ήξερε τον τίτλο. Ο πωλητής τον βοήθησε:

-Είναι από τα αριστουργήματα του Τσαϊκόφσκι… του είπε. Το κονσέρτο για πιάνο αρ. 1… σε «Σι ύφεση ελάσσονα, έργο 23»… Το CD περιέχει και τον «Καρυοθραύστη» και τη «Λίμνη τον κύκνων»… ταιριάζει με τα Χριστούγεννα…

Και να τώρα που βρίσκονταν κοντά της και μιλούσε ζωντανά μαζί της. Ένοιωθε τη ζεστή ανάσα της καθώς αυτή μιλούσε και οσμίζονταν το άρωμά της…

-Αλήθεια πόσο καιρό σε ξέρω;…

-Δε θυμάμαι, που να θυμάμαι… Σχεδόν πέντε μέρες την βδομάδα επικοινωνούμε, κι’ όμως δεν έτυχε να…

-Ίσως φταίω κι’ εγώ που δεν είχα το θάρρος να σας μιλήσω νωρίτερα…

-Από τη φωνή καταλαβαίνω πως πρέπει να είσαι όμορφη…

Η κοπέλα γέλασε, μια πίκρα ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της.

-Αλήθεια δεν ξέρω πως φαίνομαι, ποτέ δεν είδα τον εαυτό μου σε καθρέφτη…

-Εσύ πρέπει να είσαι όμως ψηλός και γεμάτος… Σηκώθηκε όρθια. Σηκώθηκε κι’ αυτός. Ψαχούλεψε με τα ακροδάχτυλά της, το κεφάλι του, τα σγουρά μαλλιά του, προσπάθησε να λάβει σχήμα, όγκο, διαστάσεις η αφή της. Ύστερα του έπιασε τους ώμους, έκαμε πως αναμετρήθηκε μαζί του… κατάλαβε.

-Τι σημασία έχει αν είμαι εγώ ψηλός κι’ εσύ κοντύτερη… Σημασία έχει που γνωριστήκαμε από κοντά…

-Έπρεπε…

-Μίλησέ μου για σένα…

-Θα προτιμούσα να μη πω τίποτα, δεν έχει τίποτε το ασυνήθιστο η ζωή μου. Προσπαθώ να προσαρμοστώ στον κόσμο μου… Εν μέρει το έχω κατορθώσει, ας πούμε!… -Πες μου για σένα.

-Δουλειά, σπίτι, μια παιδική φίλη κλέβει λίγο χρόνο από τον εαυτό της, έρχεται πότε-πότε και «βλεπόμαστε», μου διαβάζει από τα βιβλία που εμείς δεν μπορούμε να διαβάσουμε… Πόσο μου αρέσουν!… Είναι οι καλύτεροι φίλοι μου… Να’ ξερες πόσα έχω μάθει από αυτά;…

Της έπιασε το χέρι. Το χάιδεψε τρυφερά με το δικό του.

-Μη στενοχωριέσαι, όλοι οι άνθρωποι έχουν μια μοναξιά μέσα τους που την κρύβουν επιμελώς… Τώρα που σε γνώρισα, θα έρχομαι εγώ να σου κρατώ παρέα. Αν φυσικά το θέλεις….

Δεν άκουσα τι του απάντησε, τα λόγια της τα κάλυψε το κοσμικό βουητό, τα κορναρίσματα, το απότομο φρενάρισμα κάποιου αμαξιού, ένας ντελάλης παρά πέρα…

Σε λίγο, τους είδα που σηκώθηκαν από τα σκαλιά της βιβλιοθήκης, άνοιξαν τα ψηλά, άσπρα μπαστουνάκια τους που μοιάζουν με «σπαστά» καλάμια ψαρέματος και κατευθύνθηκαν χέρι, χέρι στη στάση των τρόλεϊ, ύστερα τους έχασα καθώς βρέθηκα πάλι ολομόναχος ανάμεσα στο φουριόζικο πλήθος των ανθρώπων που ανεβοκατέβαινε την «Πανεπιστημίου».

Δεν έχω δει ποτέ αγγέλους, εξόν πάνω σε κάτι ζωγραφιές.

Ο Φώτης και η Ελπίδα δυο νέοι άνθρωποι που αντάμωσα τυχαία σήμερα το μεσημέρι, παραμονή Χριστουγέννων στο πλατύσκαλο της Εθνικής, μου φάνηκαν σαν δυο άγγελοι… Τι πειράζει κι’ αν δεν είχαν φτερά στις πλάτες;… -Μεταξύ μας, δεν πολυπιστεύω και δεν σκοτίζω τόσο πολύ το μυαλό μου με κάτι τέτοια πολύπλοκα υπερβατικά θέματα. Στην εποχή μας πολλά έχουν αλλάξει. Ναι, υπάρχουν άγγελοι που κυκλοφορούν ανάμεσά μας, φτάνει εμείς να μπορούμε να τους δούμε και να τους ξεχωρίζουμε.

Ας είναι ευλογημένη η ώρα που τους συνάντησα!…

 

Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του site διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση. Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

About mkskoulios

Editor, researcher, writer
This entry was posted in Αναδημοσιεύσεις, Διαλογισμοί-Γνώμες-Απόψεις, Πρόλογος. Bookmark the permalink.