Ο Βασίλης Τσιτσάνης και το ρεμπέτικο

                                        Γράφει η Μάρω Σωτηροπούλου-Φιλίππου

t1Η «κορυφαία φυσιογνωμία του ρεμπέτικου», ο «προικισμένος λαϊκός δημιουργός», ο «συνειδητός πρωταγωνιστής της μεταμόρφωσης του ρεμπέτικου», ο «στιβαρός τραγουδοποιός με το αστείρευτο πάθος», ο «πρώτος επαγγελματίας τραγουδοποιός», ο «βάρδος», ο «μοναδικός» Βασίλης Τσιτσάνης, έγινε και πάλι, μετά από πάρα πολλά χρόνια, το κεντρικό πρόσωπο σε ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα. Ένα αφιέρωμα που επανέφερε στη μνήμη μας όχι μόνο τον χαρισματικό εκείνο δημιουργό, αλλά παράλληλα, ανέσυρε από το παρελθόν προβληματισμούς και ερωτήματα σχετικά με το ρεμπέτικο και τη θέση του στην ελληνική μουσική.

Στην τηλεοπτική σειρά του ΣΚΑΪ «Έλληνες του Πνεύματος και της Τέχνης», ο Βασίλης Τσιτσάνης… «μίλησε» για τη ζωή του και δια στόματος Γιώργου Νταλάρα, μας εξιστόρησε πώς υπηρέτησε και πώς αγιοποίησε ένα είδος τραγουδιού, περιθωριοποιημένου και απαξιωμένου. Αλλά ποιά ήταν, αλήθεια, τα καλλιτεχνικά στοιχεία που χαρακτήριζαν αυτό το είδος; Αν πιστέψουμε τον Μάνο Χατζιδάκι, αυτά τα στοιχεία ήταν τρία και συνοψίζονταν σε τρεις καθημερινές και αιωνίως επαναλαμβανόμενες από τους σύγχρονους Έλληνες λέξεις: «μεράκι», «κέφι», «καημός»…

Συννεφιασμένη Κυριακή, χειρόγραφο του Τσιτσάνη

Συννεφιασμένη Κυριακή, χειρόγραφο του Τσιτσάνη

Από μια άλλη άποψη, το αυθεντικό ρεμπέτικο ήταν η σπαραχτική κραυγή μιας λαϊκής μειονότητας, ένα τραγούδι που, ακολουθώντας μουσικούς δρόμους της Ανατολής, καταστάλαξε σε λιμάνια και απλώθηκε σιγά-σιγά σε φτωχικές γειτονιές. Μετά την καταστροφή του ΄22, προσεταιρίστηκε νέα στοιχεία και άρχισε να βγαίνει από την απομόνωση, υιοθετώντας ευγενέστερα χαρακτηριστικά μελωδικών τρόπων που θα γίνουν η κατακλυσμιαία πηγή έμπνευσης του Βασίλη Τσιτσάνη.

Γεννημένος στα Τρίκαλα το 1915, ο Τσιτσάνης δεν θ’ αργήσει να πιάσει στα χέρια του τη μαντόλα του πατέρα του που, μετά το θάνατό του, θα μετατραπεί από κάποιον οργανοποιό σε μπουζούκι και θα παίζει, σαν μαγεμένο, νύχτα-μέρα… Τα μαθήματα βιολιού που κάνει, δεν φαίνεται να επηρεάζουν τον νεαρό Τρικαλινό ο οποίος αρχίζει να γράφει τα πρώτα του τραγούδια το 1930.

«Δεν χωρά αμφιβολία ότι το ρεμπέτικο τραγούδι είναι ο Μάρκος (ο Βαμβακάρης). Και το λαϊκό ο Τσιτσάνης. Ο Μάρκος γέννησε τον Τσιτσάνη. Και ο Τσιτσάνης όλους τους κατοπινούς», θα γράψει, χρόνια αργότερα, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Αλλά και ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος θα σχολιάσει: «Ο Τσιτσάνης βρήκε ένα τραγούδι χασικλίδικο, μόρτικο, περιφρονημένο. Το βρήκε στο στόμα των φυλακισμένων και των κακούργων, στα τσογλάνια της αγοράς και του λιμανιού και το καθάρισε από κάθε πρόστυχο και χαμηλό, πέταξε την αργκό και τους ιδιωματισμούς, έκοψε τα πολλά στριφογυρίσματα και τα τούρκικα μοτίβα, πλούτισε τα θέματά του με κοινωνικά στοιχεία και το έκανε ν ΄αγκαλιάσει τα μεράκια και τα ντέρτια της ελληνικής ψυχής…».

Ο Τσιτσάνης θα έρθει στην Αθήνα το 1936 για να σπουδάσει νομικά. Το βράδυ παίζει σε ταβέρνες, γνωρίζεται με τραγουδιστές, κάνει τους πρώτους δίσκους.  Σε λίγο,  τα νομικά θα ξεχαστούν και την  περίοδο της Κατοχής θα βρεθεί στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, θα παίζει όπου μπορεί, αλλά ύστερα από λίγο καιρό θ΄ ανοίξει το «Ουζερί Τσιτσάνης» που επιβιώνει, χωρίς να πτοείται από τον ζόφο της   εποχής…

Η Θεσσαλονίκη του ταιριάζει, σαν πόλη με ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, με μια θερμή λαϊκή αγκαλιά, αλλά και με έναν κόσμο αστικό που κοιτάζει τη θάλασσα και ονειρεύεται πολιτείες άλλες. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο αγαπώ τη Θεσσαλονίκη. Σ’ αυτήν την πόλη ετοίμασα στην Κατοχή ολόκληρο έργο. Ένα έργο που είχε μέσα τον καλύτερο μουσικό μου κόσμο.», θα ομολογήσει στον συγγραφέα Γ. Σκαμπαρδώνη. Το 1946, ο Τσιτσάνης εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, όπου εμφανίζονται νέες λαϊκές φωνές για να ερμηνεύσουν και να ταυτιστούν με τα τραγούδια του: η Μ. Νίνου, η Σ. Μπέλλου, ο Πρ. Τσαουσάκης, κ.α. Εκείνος γράφει ασταμάτητα, όχι μόνο τη μουσική, αλλά και τα λόγια σε πολλά τραγούδια. Και, μετά το 1952, εμφανίζεται σε διάφορα κέντρα, όπως το «Φαληρικό», η «Τριάνα» του Χειλά, το «Ροσινιόλ», τα «Νέα Δειλινά». Συνθέτει και παίζει στο πάλκο, γραμμοφωνεί.

«Το μυαλό μου ήτανε μόνο στη δουλειά μου και πουθενά αλλού. Κάθε μέρα ξενυχτούσα, κοιμόμουνα ελάχιστα κι αμέσως δουλειά για καινούργια τραγούδια… Όταν ετοιμαζόμουνα να κάνω δίσκο, το τραγούδι που είχα ετοιμάσει με τόσες θυσίες και κόπους, παρουσιαζόταν άλλο μαρτύριο για μένα, το ίδιο πελώριο. Σου είπα ότι ήμουνα απαιτητικός από τον εαυτό μου… Για να βάλω 4 τραγούδια σε δύο δίσκους, στο γραμμόφωνο, έπαιζα μια βδομάδα στο σπίτι τα οργανικά, τις εισαγωγές. Ήθελα να δω πώς θα παιχτούν, πώς θα ακουστούν», εξομολογείται στον Λευτέρη Παπαδόπουλο.

Εκείνες οι εισαγωγές αξιολογούνται ως αξιομνημόνευτες μουσικές που μαρτυρούν εκφραστική ευρηματικότητα και προοιωνίζουν τον μελωδικό πλούτο του τραγουδιού που ακολουθεί. Όταν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 έγινε η μεγάλη «ινδοαραβική» μουσική εισβολή, ο Β. Τσιτσάνης θα προσπαθήσει να ακολουθήσει το ρεύμα, χωρίς, ωστόσο να προδώσει τις δικές του επιλογές, χωρίς να εγκαταλείψει το προσωπικό του ύφος. Ως το 1983 θα ανεβαίνει στο πάλκο, στο κέντρο «Χάραμα». Με αυτόν μάλιστα τον τίτλο και με πρωτοβουλία της Ουνέσκο, ηχογράφησε το 1980 ένα διπλό δίσκο που το 1985 πήρε στη Γαλλία το βραβείο της Μουσικής ακαδημίας Charles Cross.

Από τα 550 περίπου τραγούδια του, ας θυμηθούμε κάποιους τίτλους και ας σιγοτραγουδήσουμε όπως παλιά… «Συννεφιασμένη Κυριακή», «Μπαξέ τσιφλίκι», «Αραπίνες» (Νύχτες μαγικές), «Τα καβουράκια», «Απόψε κάνεις μπαμ», «Κάνε λιγάκι υπομονή», «Σερσέ λα φαμ», «Εγώ πληρώνω τα μάτια που αγαπώ», «Αραμπάς περνά…».

Μετά το αφιέρωμα του ΣΚΑΪ και τη σύντομη αυτή αναδρομή στο παρελθόν, η επωδός είναι μία: τελικά είχε δίκιο ο Μ. Θεοδωράκης όταν κάποτε δήλωσε: «Θα ήθελα να λογαριάζομαι σαν ένας ταπεινός μαθητής του Τσιτσάνη».

♦ Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του site διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση. Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

                                     

About mkskoulios

Editor, researcher, writer
This entry was posted in Από καλλιτεχνική άποψη..., Πρόλογος. Bookmark the permalink.