Κουβεντιάζοντας με τον Αιγαιογλάρο…

Γράφει η Ελένη Χαλκιάδου-Βαξεβανίδου

Γλάρος στο Βράχο ΙΙΙ-Από πού έρχεσαι;

-Από τον Θεό.

-Που πετάς;

-Με τους Αγγέλους.

-Τι βλέπεις;

-Το Σύμπαν.

-Πως σε λένε;

-Αιγαιογλάρο…

Καθόμουν σ’ ένα βραχονήσι καταμεσής στη θάλασσα, σε μια πέτρα στο Αιγαίο.  Μοναδική παρέα μου ένας γλάρος.  Κι εκεί, στο μέσο του πουθενά, όπου το κύμα ξετύλιγε φαρδιά κατάλευκη δαντέλα στην άμμο, ο γλάρος στάθηκε στη μύτη ενός βράχου, όμοιο με σταλαγμίτη, και με κοίταζε. Τον κοίταζα κι εγώ πολλή ώρα, και ξαφνικά είχα την αίσθηση ότι άρχισε να μου μιλά.   

«…και ήκουσα φωνήν εκ του ουρανού ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντής μεγάλης και η φωνή ην ήκουσα, ως κιθαρωδών κιθαριζόντων εν ταις κιθάραις αυτών».

Και ο Αιγαιογλάρος, μου «απεκάλυψε»:

-Είδα, είπε, μία τεράστια θαλάσσια χελώνα να θάβει και να σκεπάζει με στοργή στην άμμο τα αυγά της. Είδα πουλιά να χτίζουν φωλιές και να ταΐζουν με τρυφερότητα τα μικρά τους. Κι είδα και μια γυναίκα να πετά στο πηγάδι το νεογέννητο μικρό της.

Ρώτησα κι έμαθα, πως ο Θεός στόλισε τη γη με πλούσια βλάστηση, με κήπους γεμάτους όμορφα λουλούδια, δέντρα με λογής-λογής φρούτα και εύφορες πεδιάδες. Και είδα τον άνθρωπο να βάζει φωτιά και να τα καίει μέχρι η στάχτη τους ν’ απλωθεί παντού. Είδα τον άνθρωπο να δηλητηριάζει τα γάργαρα νερά των ποταμών, των λιμνών και των θαλασσών. Είδα στρατιές ολόκληρες ανθρώπων πεινασμένων, που κρύωναν και πέθαιναν γιατί, λέει, κάποιοι άλλοι τους βομβάρδισαν.  Δεν κατάλαβα γιατί.

Είδα τρελαμένα ανθρωπάκια να τρέχουν αλαφιασμένα , να κάθονται μπροστά σε μηχανές και οθόνες και δεν κατάλαβα ποτέ τι κυνηγούσαν.  Όλοι προσκυνούσαν έναν παντοδύναμο Θεό που λεγόταν «χρήμα».

Είχα μία σύντροφο.  Μία λευκή όμορφη γλαρίνα, που πετούσαμε μαζί πλάι -πλάι σ’ όλο το Αιγαίο.  Μία μέρα είδα έναν άνθρωπο να σηκώνει ένα όπλο και να την σημαδεύει.  Από τότε κλαίω.  Κλαίω απαρηγόρητα γιατί είδα τον Άνθρωπο.

Τότε θέλησα να γνωρίσω τον Θεό. Πέταξα όσο ψηλά μπορούσα. Έψαξα στα σύννεφα, φώναζα στον αέρα, τον ζήτησα στο τραγούδι της βροχής… μα δεν τον βρήκα πουθενά. Κάποια μέρα η μοίρα μ’ έβγαλε πάνω σε τούτον εδώ τον βράχο. Στάθηκα ώρες ατελείωτες ολομόναχος και σιωπηλός. Κάποια στιγμή, καθώς το κύμα έσκαγε στο βράχο μου, άκουσα να μου ψιθυρίζει:

-Ψάξε μέσα σου.

-Ψάξε κι εσύ.  Ίσως βρεις το Φως.

-Γεια σου Αιγαιογλάρε.

♦ Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του site διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση. Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

About mkskoulios

Editor, researcher, writer
This entry was posted in Διαλογισμοί-Γνώμες-Απόψεις, Πρόλογος. Bookmark the permalink.