Τα (Ροδίτικα) μονόλιρα, πεντόλιρα και πού `ντα…

Του Μανώλη Δημελλά

mantikosΑν πέφτατε πάνω σε έναν αμύθητο θησαυρό, σε χιλιάδες χρυσά νομίσματα, τι θα κάνατε; ποιά είναι η πρώτη σκέψη που τρυπώνει στο μυαλό σας;

Ο πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Συμιακός δύτης Βασίλης Μαντικός. Από το 2003 γίνεται γνωστός στο πανελλήνιο, όταν ψάχνοντας για έναν γιαλαντζί αγνοούμενο, βρήκε δώδεκα αμφορείς έξω από το εμπορικό λιμάνι και τους παρέδωσε στην εφορεία βυζαντινών αρχαιοτήτων. Για τους απορημένους, ο αγνοούμενος γλεντοκοπούσε σε κάποιο σκυλάδικο, ενώ είχε σκηνοθετήσει τη τραγική αυτοκτονία του!

Σε μια ακόμη βουτιά, λίγους μήνες αργότερα, και πάλι στο λιμάνι της Ρόδου ανέσυρε από τον βυθό 14 αρχαία πήλινα αντικείμενα (αγγεία, οινοχόες, κηροστάτες και άλλα), ενώ στην ίδια περιοχή, εντόπισε και ανέσυρε μια λίθινη πλάκα με τρεις οπές, που πρόκειται πιθανόν για μια αρχαία άγκυρα.

Η πιο σπουδαία ανακάλυψη έγινε το 2008 και πάλι μέσα στο εμπορικό λιμάνι. Εδώ έπεσε πάνω σε ένα πλοίο, και όπως μας περιέγραψε ο Βασίλης, μάλλον πρόκειται για ένα πειρατικό σκαρί, που άρπαξε φωτιά και βυθίστηκε. Αρχαιολόγοι το πιθανολογούν στην εποχή που η Ρόδος ήταν στην κατοχή του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννου (1309-1522). Λίγα μέτρα από το ναυάγιο βρέθηκαν χιλιάδες χρυσά νομίσματα (ο ημερήσιος τύπος το 2008 έγραφε για περισσότερα από 4000 πεντόλιρες και φλουριά, Ισπανικά, Πορτογέζικα, ακόμη και από την Κωνσταντινούπολη), αλλά και πολλά χρυσά κοσμήματα, όπως σκουλαρίκια, βραχιόλια και καδένες. Όλα τα ευρήματα ήταν  μόλις 15 εκατοστά κάτω από την άμμο. Όσο τα ρινίσματα χρυσού, που πρωτοπαρατήρησε, τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για ένα ξεχωριστό ναυάγιο.

Οι καχύποπτοι φίλοι ακόμα περιμένουν από το Βασίλη, να ξεθάψει κάποιο κρυμμένο κομπόδεμα και να τους σώσει! Ενώ εκείνοι που τον γνωρίζουν καλά, κουνάνε το κεφάλι συγκαταβατικά, ξέρουν πόσο παθιασμένος τοπικιστής Δωδεκανήσιος είναι ο δύτης και πόσο αγώνα έχει κάνει, για να χαίρονται τέτοιους θησαυρούς τα παιδιά και τα εγγόνια του σε κάποιο μουσείο της Ρόδου.

Όμως τόσο μάταια, θυμάται από εκείνες τις μέρες, ότι υψηλόβαθμο στέλεχος της εφορίας εναλίων αρχαιοτήτων του επαναλάμβανε: «μην περιμένεις τίποτα, ο θησαυρός δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ στην Ρόδο!»

 Ο Βασίλης Μαντικός δεν είναι Ροδίτης, από Συμιακό πατέρα, το Πέτρο που κατά πως φαίνεται τον πότισε πρώτος, από το ιώδιο της θάλασσας, αφού ήταν κι εκείνος ναυτικός, αλλά ήταν και ένας σπουδαίος αντιστασιακός. Η μητέρα του Γαρυφαλιά, ήταν από τη Χάλκη. Πάνω από όλα καμαρώνει για τους Σφακιανούς παππούδες του, και επαναλαμβάνει με μαντινάδες το κρητικό αίμα, που τρέχει στις φλέβες του. Από μικρός προτιμούσε να «ισορροπεί» στη θάλασσα από τα στέρεα παιγνίδια της ξηράς.

Ήταν στα δέκα, όταν έπιανε μια πέτρα και παράσταιναν με την παρέα τους μηχανικούς μέσα στο βυθό.

Απόρησα και εγώ, άλλα παιγνίδια εκείνα, μηχανικούς έλεγαν τους δύτες που έπεφταν με σκάφανδρο και αέρα από το κομπρεσέρ!

Παιδί που δεν πολυπαθιαζόταν για τα γράμματα, φαίνεται πως τον τραβούσε ο χρυσός, έπεσε πάνω στο χαμένο χρυσό βραχιόλι της δασκάλα του και έτρεξε να της το παραδώσει.  Θυμάται ότι τον έβγαλε από τη γραμμή η δασκάλα σύζυγος του ενωμοτάρχη και τον ευχαρίστησε απορημένη, και εκείνος δεν άφησε περιθώρια, μπορεί να ήταν ένα φτωχό παιδί, όμως ήταν μαθημένος με κανόνες και αξίες τιμιότητας και ήθους.

Με ναυτικό φυλλάδιο στα χέρια, μπάρκαρε και γνώρισε το κόσμο, μιλάει και περιγράφει με ζωντανά χρώματα, από τον ποταμό Λα-Πλάτα στην Αργεντινή μέχρι και τα άγνωστα λιμάνια της Βραζιλίας. Είναι οι καραβίσιες εμπειρίες, τα ξεφορτώματα πάνω στα ξενικά λιμάνια, που συνοδεύουν κάθε βήμα του μέσα και έξω από το νερό.

Μπήκε μάλιστα παράνομα, ένας λαθραίος μετανάστης στην Αμερική. Στάθηκε και δούλεψε για επτά μήνες στη μητρόπολη του κόσμου. Επέστρεψε όμως άρον-άρον, ήταν οι μέρες που θα ντυνόταν φαντάρος, και δεν θα έβαζε τη ρετσινιά του λιποτάκτη στο όνομα του. Δεν θα το συγχωρούσε ο πατέρας του, που πολέμησε 48 μήνες στην Αίγυπτο, με το συμμαχικό στρατό και απολύθηκε από το φρουραρχείο Αλεξάνδρειας.

Ο Βασίλης Μαντικός είναι ο μοναδικός πιστοποιημένος δύτης από τον Ρώσικο νηογνώμονα στα Δωδεκάνησα και έχει ξεπεράσει τα εβδομήντα μέτρα με τις βουτιές του, είναι αυτό το ζόρικο μεροκάματο που μοιάζει να ποτίζει, να περνά μέσα στις φλέβες, άγνωστες ουσίες από τον βαθύ ωκεανό που γεμίζουν ενέργεια και παθιάζουν τα μυαλά.

Δεν πήρε ποτέ μια, ούτε ένα φράγκο, από τα ναυάγια και τους αμύθητους θησαυρούς που βρήκε και υπέδειξε στο υπουργείο πολιτισμού. Δεν είναι όμως αυτό το παράπονο του, ούτε νοιάζεται για τα μπρούτζινα βραβεία και οι κορνίζες με ευχαριστήρια και κρατικές σφραγίδες που ακόμη και αυτά, ποτέ δεν μπήκαν το σπίτι του. (Δεν θέλει να αδικεί τη κα Δαμανάκη, που ήταν η μοναδική, που του μίλησε και τον ευχαρίστησε από το τηλέφωνο).

Έχει δύο γιούς και μια κόρη, την μικρή Γαρυφαλιά, που δεν τον αφήνει σε ησυχία και αυτά είναι τα βραβεία της ζωής του, αυτά καμαρώνει μαζί με τη γυναίκα του, για αυτά μάχεται και παθιάζεται. Αν υπάρχει κάτι που τον πληγώνει, περισσότερο από όλα, είναι αδιαφορία από τους εμπλεκόμενους στα κοινά. Μιλάει κυρίως τους δημοτικούς και περιφερειακούς συμβούλους, δημάρχους και τοπικούς βουλευτές, που δεν νοιάζονται ούτε για την επιβεβλημένη επιστροφή του θησαυρού στη Ρόδο. «Έπειτα μιλάνε για τον Έλγιν και τα μάρμαρα του Παρθενώνα, για κείνα ξέρουν να βγάζουν κορώνες», μας λέει απογοητευμένος. Δεν βλέπει το αυθεντικό νιάσιμο και τον παθιασμένο τοπικισμό, με την καλή έννοια όπως επαναλαμβάνει, που οι μικροί τόποι τέτοιες, σκληρές, άγριες μέρες έχουν ανάγκη περισσότερο από όλα.

Ζει στην Ανάληψη της Ρόδου και σαν επίτροπος στο κοιμητήριο του Ταξιάρχη, έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με την αγωνία για την επιβίωση, είναι εκείνος ο βουβός πόνος της ανέχειας που συνταιριάζει με μιαν απίστευτη αξιοπρέπεια. Κι ο ίδιος μας λέει, μην γράψεις τίποτε για αυτούς, δεν θέλουν να φαίνονται!  

Θέλει και ψάχνει τρόπους για να βοηθήσει, έχει ζήσει, αναγνωρίζει το σκληρό πρόσωπο της φτώχειας. Ακόμη και τη πρώτη του αγαπητικιά, τη θάλασσα, τη γνώρισε με μια μάσκα που αγόρασαν ρεφενέ μαζί, όλα τα παιδιά. Όμως για κάποια χρόνια οι περισσότεροι ξεχειλώσαμε με φουσκωμένα όνειρα από ήλιο, έτσι ελαφριά που ήταν μας τα πήρε όλα ο βοριάς.

Ξαναγυρνάμε τη κουβέντα στο πάθος του, τη δουλειά του.

Δεν πάνε πολλά χρόνια, ήταν το 2004, όταν έβγαλε από το λιμάνι της Σύμης 140 μπαταρίες αυτοκινήτων και σκαφών!

Αν σήμερα ξαναπέσει, είναι σίγουρος πως θα ξαναδεί μια παρόμοια κατάσταση, έπειτα γκρινιάζουμε και περιμένουμε από κάποιους άλλους να βρουν και να βγάλουν τα φίδια από τη τρύπα.

«Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τον πλανήτη δείχνει και το χαρακτήρα μας, αν δεν ξεπεράσουμε τα παλιά σύνδρομα δεν θα απομείνει τίποτε για κάψιμο». Μας λέει ο λεβέντης Βασίλης Μαντικός που βλέπει όλες τις ελπίδες μας πάνω στις περισσότερο συνειδητοποιημένες επόμενες γενιές.

Είναι βέβαιος ότι πρώτα από όλα, θα σεβαστούν τον πλανήτη που μας φιλοξενεί και θα αντικρίσουν με γνώση και ωριμότητα τη μάνα θάλασσα.

Έχει τόσο δίκιο η Ρένα Βενιανάκη όταν μιλά για τη Ρόδο, μπορεί να «βρέχει»  προβλήματα, όμως έχει και παλικάρια, που μπορούν να μας σηκώσουν όλους στις πλάτες τους

Πηγή>verena:25/01/2014-22:34

About mkskoulios

Editor, researcher, writer
This entry was posted in Αναδημοσιεύσεις, Οι συνεργάτες μας, Πρόλογος. Bookmark the permalink.