Αθάνατη Σημαία Ελληνική

%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%b1%ce%b9%ce%b1-3Γράφει ο Ν. Νικηταρίδης

Ξημέρωνε, όταν ξέσπασε η μάχη. Κι αυτή η φύση κούρνιαζε φοβισμένη απ΄ τις κλαγγές των όπλων. Μα πιο φρικτός ακόμη, ήταν ο θόρυβος που έκαναν τα κομμένα μέλη σαν έπεφταν στο λασπωμένο χώμα. Η έκβαση της σύγκρουσης ήταν αναμενόμενη. Οι γενίτσαροι ήταν εκατοντάδες και καλά οπλισμένοι, ενώ οι δικοί μας, μια χούφτα από φουστανέλες και τσαρούχια, μάχονταν για να πεθάνουν, να πεθάνουν για την τιμή και την πατρίδα. Την τιμή και την πατρίδα που κρατούσε σφικτά ο τελευταίος φουστανελάς, όταν πέσανε πάνω του σμάρι τα βόλια. Κι εκείνη η σημαία του αγώνα και της ελευθερίας, χιλιομπαλωμένη απ΄ το μπαρούτι μα αγέρωχη, σαν χέρι μάνας, ξεδιπλώθηκε απ΄ τον αγέρα ή απ΄ τον άγιο και σκέπασε το ηρωικό κουφάρι και σκέπασε τις ψυχές των Ελλήνων νεκρών νικητών !

Ξημέρωνε, όταν ξέσπασε η μάχη. Ο αγέρας πάγωνε τις ανάσες, κι η πρωινή ομίχλη της Πίνδου, σαν πέπλο θανάτου, σκέπαζε τις φθαρμένες χλαίνες. Το ελληνικό αυτό απόσπασμα σε μια αποστολή αναγνώρισης, μες στη μανία του χειμώνα ξεστράτισε και έφτασε δίπλα στις γραμμές των Ιταλών. Κι εκείνοι, αν και πολυάριθμοι, ξαφνιάστηκαν. Και ιδίως όταν οι στρατιώτες του μικρού αυτού αποσπάσματος δεν υποχώρησαν τρέχοντας, αλλά επιτέθηκαν αφηνιασμένα. ¨Αέρα !¨, φώναξε ο πρώτος κραδαίνοντας  τη Γαλανόλευκη. Ήταν και η τελευταία του λέξη. Το ιταλικό μυδράλιο τους θέρισε τις ζωές, κι οι σφαίρες γέμισαν τρύπες τη σημαία της Ελλάδας. Μα τι παράξενο πράγματι, όταν την έπιασε στα χέρια ο Ιταλός διερμηνέας σαν να του φάνηκε πως ήταν ζεστή, πως χτυπούσε σαν καρδιά πληγωμένου θεριού. Μα δεν ήταν αυτό που τον έκανε ν΄ αρχίσει να τρέχει σαν τρελός προς το γκρεμό. Ήταν πως σαν την ξεδίπλωσε είδε πως οι τρύπες απ΄ τις σφαίρες ήταν διάσπαρτες με τέτοιο τρόπο, ώστε σχημάτιζαν μια ελληνική λέξη που τόσο φοβόταν : ¨Νίκη¨ !

Βράδιαζε, όταν άναψαν οι πρώτες φωτιές. Είχε συμβεί τόσες φορές, που κι οι περαστικοί τις αγνοούσαν. Η Πατησίων έμοιαζε με σκηνικό πεδίου μάχης, προκλητικά ψεύτικο, στα όρια του γελοίου. Κάδοι από σκουπίδια τα χαρακώματα, όπλα οι πέτρες και σπαθιά τα καδρόνια. Δεν υπήρχαν περικεφαλαίες και κράνη. Δεν υπήρχαν καν κεφάλια. Μονάχα μαύρες κουκούλες και μαντήλια, μάσκες, που έκρυβαν τα πρόσωπα της ντροπής, τις εκφράσεις του τίποτα. Κι εκεί, στην άκρη ενός πεζοδρομίου, μια παρέα ¨πολεμιστών¨ των δρόμων, ¨αγόρια¨ των δρόμων, βαστά την αρυτίδωτη ελληνική σημαία. Ο ένας βγάζει τη βενζίνη, ο άλλος τα σπίρτα, κι όλοι μαζί τη φλόγα που αρχίζει να την τυλίγει. Απ΄ την άλλη πλευρά του δρόμου κάποιες σφαίρες βρίσκονται ασάλευτες στις θέσεις τους. Κάποτε θα λαχταρούσαν να την τρυπήσουν, κι ας της δίνανε έτσι μεγαλύτερη δύναμη ζωής. Μα τούτη την ώρα κλαίνε, κλαίνε που ο στόχος τους δεν είναι σάρκινος, κλαίνε που δεν μπορούν από μόνες τους να διεισδύσουν στις καρδιές αυτών που εξευτελίζουν τον παλιό τους αντίπαλο, μα και συνάμα συμπολεμιστή… Η σημαία έχει γίνει πια μικρά νέφη καπνού και μαύρες λωρίδες υφάσματος, που η πνοή της νύχτας ανεβάζει προς τον ουρανό. Οι ανόητοι ¨ακέφαλοι¨ γελούν. Ανόητοι !

%cf%83%ce%b7%ce%bc%ce%b1%ce%b9%ce%b1-2Ο καπνός και το καμένο ύφασμα έχουν αρχίσει ήδη το ταξίδι : Σχίζουν το μαύρο πέπλο της νύχτας και βυθίζονται στο γαλάζιο χρώμα του ουρανού, κι αμέσως κάνουν τη μεγάλη βουτιά στα νερά του Αιγαίου, αποκτώντας έτσι το γαλανό της ελπίδας. Κατόπιν, χαϊδεύουν τα μάρμαρα του Παρθενώνα και τα μικρά ασβεστωμένα σπιτάκια των νησιών, που χαρίζουν το λευκό της αγνότητας. Και τέλος, προσκυνούν στα πιο απομακρυσμένα ξωκλήσια, που για φυλαχτό προσφέρουν το σταυρό της αγάπης. Η αγάπη, η αγνότητα, κι η ελπίδα ντυμένες στα γαλανόλευκα γονιμοποιούνται από το θάρρος της νίκης και της ιστορίας, και σε λίγο ξαναγεννιέται η σημαία των Ηρώων, η σημαία των Ελλήνων, η σημαία μιας Ελλάδας που γίνεται γλάρος και με το χτύπημα των φτερών σβήνει τις φωτιές των δρόμων, ξεσκεπάζει τα απρόσωπα πρόσωπα, χαστουκίζει τους δειλούς και γυρνά πίσω στη φωλιά, στο κοντάρι της Ακρόπολης, για να ταΐσει τα παιδιά – πνεύματα της νίκης, που σαν χρειαστεί θα αφυπνίσουν την Ελλάδα που ξαποσταίνει και θα τραβήξουν για καινούργιες δόξες. Η Ελλάδα ανόητοι, ποτέ δεν πεθαίνει !

Ν. ΝΙΚΗΤΑΡΙΔΗΣ

About mkskoulios

Editor, researcher, writer
This entry was posted in Διαλογισμοί-Γνώμες-Απόψεις, Μια φωτογραφία, μια ιστορία..., Οι συνεργάτες μας, Πρόλογος. Bookmark the permalink.