Η Κάσος, ο «Βοσκός» και ο Σουλτάνος-Η ιστορία του νησιού δεν αφήνει στην Τουρκία κανένα περιθώριο αμφισβήτησης της ελληνικότητάς του

Η χαρακτηριστική  πρόσοψη της Κάσου, το παλιό λιμανάκι της Μπούκας  δεξιά και αριστερά το νέο μεγάλο, λιμάνι

Η χαρακτηριστική πρόσοψη της Κάσου, το παλιό λιμανάκι της Μπούκας δεξιά και αριστερά το νέο μεγάλο, λιμάνι

Μαστροπαύλος Νίκος Γ. 

Η Τουρκία εξέδωσε NOTAM στην οποία αποκαλεί την Κάσο «Copan (Cassos)» και επαναλαμβάνει την παλαιά θέση της ότι η περιοχή είναι αποστρατιωτικοποιημένη. Η αμφισβήτηση από τον ίδιο τον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν της Συνθήκης της Λωζάννης, με την οποία μεταξύ των άλλων η Τουρκία παραιτείται από κάθε δικαίωμά της επί των Νοτίων Σποράδων, αποτελεί μια ακόμη παραχάραξη της Ιστορίας από αυτές που συνηθίζει τελευταίως ο τούρκος «σουλτάνος».
Με το όνομά της, Κάσος, την αναφέρει ο Ομηρος στο Β’ της Ιλιάδας, στίχος 676: «Οι δ’ άρα Νίσυρον τ’ είχον Κράπαθόν τε Κάσον τε και Κων Ευρυπύλοιο πόλιν νήσους τε Καλύνδας». Πράγματι, χιλιάδες χρόνια αργότερα, οι Οθωμανοί αποκαλούσαν την εσχάτη των Σποράδων Κάσο με το ποιητικό όνομα «Τσομπάν Αδασί», «Βοσκός των Κυμάτων», αλλά πριν ανεμίσει στα άλμπουρα των καραβιών της η επαναστατική παντιέρα του 1821. Μετά την έλεγαν «Νησί του διαβόλου». Σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, από το 1537 έως και το 1912, η Κάσος ήταν αυτοδιοίκητη, καθώς έχαιρε ειδικών προνομίων ήδη από την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Οι Οθωμανοί, καθώς ήσαν εκ παραδόσεως άναυτοι, είχαν ανάγκη τους νησιώτες και τα καράβια τους. Αυτοί εκτελούσαν τις θαλάσσιες μεταφορές στην Ανατολική Μεσόγειο, όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια πριν από την εμφάνιση των Τούρκων στις όχθες του Αιγαίου. Στην Κάσο δεν εγκαταστάθηκε ποτέ τούρκος αξιωματούχος, αλλά οι ίδιοι οι κάτοικοί της όριζαν τις υποθέσεις τους με το σύστημα της Δημογεροντίας. Οι αιρετοί δημογέροντες κατένεμαν στους κατοίκους του νησιού, αναλόγως της δύναμής τους, τη μόνη υποχρέωσή τους έναντι της Υψηλής Πύλης, τον κατ’ αποκοπή φόρο (μακτού) που πλήρωναν σε δύο δόσεις κάθε χρόνο στη Βελιδέ Χανούμ, τη μητέρα του Σουλτάνου.
Τα χρόνια πριν από την Επανάσταση οι Κασιώτες έκτισαν έναν αξιοθαύμαστο στόλο, πλέον των 100 μεγάλων ιστιοφόρων, που σκάρωναν στα δικά τους καρνάγια με ρυθμό 12 καράβια τον χρόνο. Η εμπειρία τους να επιβιώνουν σε αλίμενους τόπους, μέσα σε άγριες θάλασσες, τους έκανε άφοβους ναυτικούς και καθώς λειτουργούσαν και ως Κλέφτες της θαλάσσης, έγιναν σπουδαίοι πολεμιστές. Δεν άραξαν όμως στα πλούτη και στην καλοπέρασή τους, όπως θα μπορούσαν να πράξουν, έτσι απομακρυσμένο στην άκρα του Αιγαίου και απομονωμένο σε μια γωνιά του πελάγους καθώς είναι το νησί τους. Πλοίαρχοι είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία και σε κάθε ευκαιρία ρωτούσαν τους Υδραίους και τους Σπετσιώτες πότε θα επαναστατήσουν. Και το έκαναν αμέσως. Τα εμπορικά καράβια έγιναν μέσα σε μια νύχτα πολεμικά αρματωμένα με κανόνια και οι ναύτες μαρινάροι. Τα κασιώτικα καράβια ήταν το μοναδικό από θαλάσσης στήριγμα της Κρήτης και αποφασιστικό εμπόδιο για την οποιαδήποτε επιχείρηση προς την ηπειρωτική Ελλάδα του συμμάχου του Σουλτάνου Μεχμέτ Αλί της Αιγύπτου. Γι’ αυτό η Κάσος καταστράφηκε στις 7 Ιουνίου του 1824 τόσο βάρβαρα, που έμεινε στην Ιστορία ως Ολοκαύτωμα.
Οι Κασιώτες, σκορπισμένοι σε άθλια κατάσταση στα νησιά των Κυκλάδων, πίστευαν ότι και το δικό τους νησί θα βρεθεί εντός των ορίων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Ομως αυτό δεν έγινε. Οι Νότιες Σποράδες ανταλλάχθηκαν με την Εύβοια. Αλλά και πάλι δεν έμειναν με σταυρωμένα χέρια όσοι γύρισαν και με κάθε ευκαιρία αμφισβητούσαν την οθωμανική κυριαρχία. Το 1866 έσπευσαν να βοηθήσουν την επανάσταση των αδελφών Κρητών και ίσως αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους το 1869 έπαψαν να ισχύουν τα προνόμια του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και η Κάσος, όπως και τα άλλα νησιά της Ασπρης Θάλασσας, ενσωματώθηκαν στο οθωμανικό κράτος ως καϊμακαμία, υπό καϊμακάμην ο οποίος διοριζόταν από τη Διοίκηση της Ρόδου. Και όταν οι Ιταλοί έδιωξαν τους Τούρκους από τα νησιά το 1912, τους είδαν ως απελευθερωτές. Αλλά όταν αυτοί έδειξαν το πρόσωπο του νέου κατακτητή, οι Κασιώτες ήταν πρωτοπόροι και οι εφοπλιστές τους κύριοι χρηματοδότες, του περίφημου Δωδεκανησιακού Αγώνα για την Ενσωμάτωση, όπως ονομάστηκε, των νησιών με την Ελλάδα. Αυτός είναι ένας από τους ελάχιστους απελευθερωτικούς αγώνες που κερδήθηκε με πολιτισμικά όπλα, την ελληνική συνείδηση και τον πολιτισμό των νησιωτών.
Ναι, είναι πολύ ωραίο το όνομα που έδωσαν οι Τούρκοι στην Κάσο, «Βοσκός των Κυμάτων», έτσι όπως ταξιδεύει στις κορφές των κυμάτων μέσα στο σύννεφο της αλισάχνης του Καρπαθίου πελάγους. Αλλά αυτό μόνο. Η κυρίαρχη στιγμή της σχέσης της Κάσου με την Τουρκία είναι η καταστροφή της, το Ολοκαύτωμά της. Πιο άτυχη επιλογή νησιού για να αμφισβητήσουν την ελληνικότητά του δεν θα μπορούσαν να κάνουν οι νεοφανείς «Σουλτάνοι».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Πηγή>ΤΟ ΒΗΜΑ: 4-12-2016

Advertisements

About mkskoulios

Editor, researcher, writer
This entry was posted in Αναδημοσιεύσεις, Διαλογισμοί-Γνώμες-Απόψεις, Ιστορικά - Λαογραφικά Θέματα, Οι συνεργάτες μας, Πρόλογος. Bookmark the permalink.