Ο Πανηγυρικός στη φετινή επέτειο του Ολοκαυτώματος 7-6-2017 του συμπατριώτη μας Γιάννη Εμίρη.

Ι.Ν. Αγ. Σπυρίδωνος στην Κάσο

Δημοσιεύουμε το κείμενο του Πανηγυρικού για το Ολοκαύτωμα της Κάσου που εκφώνησε στον Άγιο Σπυρίδωνα στο Φρυ ο συμπατριώτης μας Γιάννης Εμίρης, 7 Ιουνίου 2017 ο

Εδώ, σε τούτο το αγιασμένο από το αίμα των προγόνων μας νησί, σε τούτον τον Ορθόδοξο Ναό, κάνουμε το αυτονόητο: τιμούμε τους ήρωες και τους μάρτυρες και αντικρίζουμε το αυτονόητο: την Ελληνική Σημαία.

Δεν γιορτάζουμε, ασφαλώς, σήμερα. Τιμούμε και προσκυνούμε! Ωστόσο επιτρέψτε μου να ξεκινήσω με μια εικόνα χαράς, γιορτής κι ελευθερίας,

Ερμής και χελιδονοδρόμος,
Ποιος το πρωί με φοινικιάς Ροδίτισσας κλωνάρι
Τον αιθέρα καίοντας, χύνεται πάνω από της Ανατολής την ορασιά
μ’ ιριδόστιχτο πέδιλο μόλις αγγίζοντας
………..
Πάει, πετάει,
Μα στις ψυχές χτυπά καμπάνα σηκωμού κι αρνάδας λύτρωση
Βράχια που του νερού να ξαναλέει ο αντίλαλος
…………
Κι ακούν μισάνοιχτα της Κάσος
Τα όστρακα.

«Μισάνοιχτα της Κάσος τα όστρακα»… Ο ποιητής, ο Οδυσσέας Ελύτης στην προκειμένη περίπτωση, σε αυτό το ποίημα «Δώδεκα Νήσων Άγγελος» που έγραψε το 1946 και πρωτοδημοσίευσε το 1965 στο περιοδικό «Εποχές», φτιάχνει τις πιο ακριβές εικόνες, αφουγκράζεται μαζί, και τα ιστορικά συμπεράσματα.

«Μισάνοιχτα της Κάσος τα όστρακα»

Τα όστρακα που πολύ πριν τους ανθρώπους, έμαθαν ν’ ανοίγουν, μα να κλείνουν πάλι σαν οσμίζονται τον κίνδυνο.

Αυτά τα όστρακα που παραλίγο να κλείσουν οριστικά εκείνον τον Ιούνιο του 1824…
Μετά την καταστροφή αυτά τα όστρακα κράτησαν ανοιχτή τη χαραμάδα, τόσο που να εισχωρεί ο αέρας, να διασωθεί το σπέρμα, να ξαναγεννηθεί η ζωή στον αφανισμένο τόπο και παρά τις δυσκολίες, με σύμμαχο τη θάλασσα, ο Κασιώτης να διεκδικήσει ξανά και ξανά την ελευθερία του, μέχρι να φθάσει, επιτέλους, το «ποθούμενο».

70 χρόνια «συνηθίσαμε» να τιμούμε και να εορτάζουμε, συνηθίσαμε να διαμαρτυρόμαστε για τη θέση της Κάσου στην επίσημη Ιστορία, μα έρχονται τα όστρακα τα μισάνοιχτα, με την αντοχή τους στο χρόνο, να μας υπενθυμίσουν ένα άλλο ανεκπλήρωτο καθήκον. Να μελετήσουμε και να αναδείξουμε το μεγαλείο της αληθινής Κασιώτικης Ιστορίας.

Ας επιβιβαστούμε, λοιπόν, στο πλοίο «Αμαζών», την ναυαρχίδα του ηρωικού και γενναιόφρονος Θεοδώρου Κανταρτζή, εκείνου που εισέβαλε στα λιμάνια κι άρπαζε από τους Οθωμανούς τα πυρομαχικά και τις προμήθειες για να τα προσφέρει στους μαχόμενους Έλληνες, εκείνου που είχε αποκλείσει διά θαλάσσης τα Χανιά, όταν αναπάντεχα τον βρήκε το τέλος. Ο Κανταρτζής δεν είναι πια εδώ, απούσα, όμως, είναι και η Ιστορία του, η Ιστορία που εμείς οφείλουμε να αναδείξουμε.

Ας εξετάσουμε, λοιπόν, κάποιες μη φωτισμένες πτυχές των γεγονότων.

Σύμφωνα με τον έγκυρο καθηγητή των Κασίων στην Αίγυπτο Φίλιππο Γλύτση, οι Κασιώτες πλήρωσαν από το ξεκίνημα της Επανάστασης φόρο αίματος. Μόλις έγινε γνωστός ο ξεσηκωμός, είκοσι επτά Κασιώτες ναυτικοί με επικεφαλής τους πλοιάρχους Μηνά Μοσχού και Ηλία Μαυραντώνη συνελήφθησαν στο λιμάνι του Ηρακλείου από τις τουρκικές αρχές και απαγχονίστηκαν.
Που γράφεται αυτό στην επίσημη Ιστορία;

Η «επίσημη» Ιστορία μιλά –και σωστά- για την εμπλοκή του ναυτικού των Κασίων στην Επανάσταση της Κρήτης, μιας επανάστασης που δεν μπόρεσε καμιά άλλη ελληνική δύναμη να υποστηρίξει, γι’ αυτό και οι Σφακιανοί έγραψαν σε επιστολή τους προς τους Υδραίους ότι βοηθούνται «μόνον παρά των φιλογενών και φιλοθέων ημών αδελφών εκ της θεοσώστου νήσου Κάσου».

Η επίσημη Ιστορία, όμως, τονίζοντας τη βοήθεια προς την Κρήτη λησμονεί την πιο σημαντική παράμετρο της κασιακής δράσης. Το γεγονός ότι τα κασιώτικα καράβια υπήρξαν το φόβητρο κάθε προσπάθειας να μεταφερθούν ενισχύσεις και προμήθειες από τα παράλια της Μικράς Ασίας, τη Μέση Ανατολή και την Αίγυπτο προς την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο περίφημος «αποκλεισμός» ήταν κατά κύριο λόγο, έργο του ναυτικού της Κάσου που με παράτολμες καταδρομικές κινήσεις εμπόδιζε τον τουρκικό ανεφοδιασμό.

Κι από εδώ οδηγούμαστε σε έναν άλλο μύθο, τον μύθο της πειρατείας. Οι επιχειρήσεις των Κασίων στρέφονταν όπως ήταν φυσικό εναντίον κάθε πλοίου που επιχειρούσε ανεφοδιασμό επαναστατημένων περιοχών. Οι δυτικοί, όμως, που ήταν εγκατεστημένοι στην Τουρκία και έκαναν τέτοιο εμπόριο για λόγους πλουτισμού, δεν ανέχονταν να χάνεται η πραμάτεια τους και να μειώνεται το κέρδος τους, ούτε είχαν κανέναν ηθικό φραγμό να ανεφοδιάζουν αλλόθρησκους που μάχονταν χριστιανούς. Η Ελλάδα, υποστήριζαν, δεν μπορεί να επιβάλει αποκλεισμό αφού δεν έχει κρατική οντότητα κι άρα κάθε τέτοια πράξη θεωρείτο «πειρατεία». Οι πράξεις, όμως των Κασίων, αναγνωρίζει πρώτος ο ιστορικός της Επανάστασης Διονύσιος Κόκκινος, ήταν πάντα προς το κοινό συμφέρον του ελληνικού αγώνα.

Από τους πειρατές, είναι αλήθεια, πήραν οι Κασιώτες τη δεξιοτεχνία, αλλά:

Οι Κασιώτες «πειρατές» έστελναν τη λεία τους δωρεάν για την τροφοδοσία της Κρήτης

Οι Κασιώτες «πειρατές» ναύλωναν τα καράβια τους, με δικά τους έξοδα, και μετέφεραν πληθυσμούς που βρίσκονταν σε κίνδυνο.

Οι Κασιώτες «πειρατές» έστελναν πλοία στον κοινό ελληνικό στόλο για να μετατραπούν σε πυρπολικά, χωρίς αντάλλαγμα.

Αλήθεια ποιοι άλλοι Έλληνες είχαν αντίστοιχη συμπεριφορά, στη διάρκεια της Επανάστασης;

Ποιοι άλλοι έδρασαν με τέτοια αυταπάρνηση;

Κι ας μη μας διαφεύγει ότι στα προεπαναστατικά χρόνια οι Κασιώτες δεν είχαν γνωρίσει την οθωμανική καταπίεση με τη μορφή που είχε στην Κρήτη και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ζούσαν σχεδόν αυτόνομα, αλλά δήλωναν πως δεν άντεχαν να βλέπουν την «απαισίαν ημισέληνο».

Ποιος λαός, τέλος πάντων, ξεσηκώθηκε με τέτοια ανιδιοτέλεια που κουρελιάζει κάθε θεωρία περί των υλικών αναγκών που, μόνο αυτοί, προκαλούν τους ξεσηκωμούς;

Ποιος λαός έφθασε στην καταστροφή μόνο γιατί είχε υψηλόφρονα ιδανικά; Μόνο γιατί δεν άντεχε να βλέπει την «απαισίαν ημισέλινο»; Μόνο για ν’ αντικρίζει αυτήν εδώ την «αυτονόητη» σημαία και να διακηρύσσει την πίστη του στην Ορθοδοξία;

Φιλογενείς και Φιλόθεοι! Έτσι ακριβώς όπως το έγραψαν οι Σφακιανοί!

Η επίσημη Ιστορία, λοιπόν, δεν αποσιώπησε μόνο γεγονότα και προθέσεις, αλλά δημιούργησε και μύθους, και ιδού άλλος ένας:​

Υπήρξε, λέει, διχογνωμία για το αν θα αντισταθούν ή θα παραδοθούν οι Κασιώτες.

Να παραδοθούν σε ποιους; Να παραδώσουν τι;

Άραγε ο πολυσυλλεκτικός εχθρικός στόλος λαχταρούσε να καταλάβει τη εύφορη κασιακή γη; Ονειρεύονταν την εποίκηση του νησιού;

Την καταστροφή ήθελαν να προκαλέσουν. Να διαλύσουν το έμψυχο υλικό και μαζί τα ξύλινα τείχη, τα πλοία.

Πως, λοιπόν, θα παραδίδονταν;

Άλλωστε δεν τους το ζήτησε κανείς. Πουθενά δεν αναφέρεται πρόταση του εχθρικού στόλου για παράδοση.

Το δίλημμα που πράγματι υπήρξε, ήταν άλλο: Οι Κρητικοί μαχητές και μαζί τους κάποιοι Κασιώτες επέμεναν ότι η μάχη έπρεπε να δοθεί στο έδαφος, αν ο εχθρός κατόρθωνε την απόβαση. Οι περισσότεροι Κασιώτες υποστήριζαν ότι θα έπρεπε ο άμαχος πληθυσμός να έχει επιβιβαστεί στα πλοία, που γι’ αυτό το σκοπό τα είχαν φέρει στο Αυλάκι κι αν γινόταν απόβαση να μπουν και οι ένοπλοι στα πλοία, ώστε να καταφύγουν σε άλλα νησιά. Δεν φοβούνταν την καταδίωξη, αντιθέτως ήταν εντελώς άπειροι σε κατά ξηράν μάχες, με την εξαίρεση μικρών τμημάτων που είχαν πολεμήσει στην Κρήτη.

Η δεύτερη λύση ήταν η πιο λογική, αλλά επικράτησε η πρώτη. Γιατί;

Γιατί οι Κρητικοί έριξαν στο φιλότιμο τους Κασιώτες λέγοντας ότι οι πραγματικοί μαχητές πρέπει να δίνουν τη μάχη μέχρι τέλους κι αποκάλεσαν «δειλούς» όσους υποστήριζαν τη λύση των πλοίων. Αυτό ουδείς από τους προγόνους μας μπορούσε να το ανεχτεί.

Οι άνθρωποι που μπαίνουν σ’ έναν αγώνα θανάτου για να μην αντικρίζουν την «απαισίαν ημισέληνο», δεν μπορούν να δράσουν στην κορυφαία στιγμή αποκομμένοι από το συναίσθημα, κι ας γνωρίζουν το ορθολογικά σωστό.

Βαθιά μέσα τους, εξάλλου, δεν πίστευαν ότι ήταν δυνατόν να «πατηθεί» το νησί τους που ποτέ δεν είχε γνωρίσει απόβαση. Κι εδώ είναι αλήθεια ότι η απειρία τους έπαιξε ρόλο. Έχει γραφτεί ότι οι έμπειροι Κρητικοί είχαν διαγνώσει την ανάγκη οχύρωσης και άλλων θέσεων αλλά δεν εισακούστηκαν.Υποτιμήθηκε η δυνατότητα απόβασης στον Αντιπέρατο αλλά και σε άλλα σημεία.

Το πώς έφθασαν οι Οθωμανοί στην εκεί απόβαση είναι άλλο ένα θέμα που η επίσημη Ιστορία ερμηνεύει κατά το δοκούν. Είναι σαφές ότι ο έμπειρος Χουσεΐν αναζητούσε πάντα τη νίκη μέσα από στρατηγήματα. Αυτό έδειξε και στις μάχες στην Κρήτη αλλά και στη μετέπειτα δράση του στο Μεσολόγγι, όπου άφησε την τελευταία του πνοή.

Από τα πρώτα χρόνια, ωστόσο, υπήρξε η θεωρία της προδοσίας από Έλληνα που γνώριζε την κασιακή ακτογραμμή. Ο Νικόλαος Μαυρής, που εκτός από πρώτος πολιτικός Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου, υπήρξε και σπουδαίος μελετητής της κασιακής ιστορίας, αναφέρει με βεβαιότητα το 1930, στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, την ύπαρξη του προδότη Ζαχαριά.

Ποιος; Με ποια κριτήρια, μας έκανε στη συνέχεια, όχι απλώς να αμφιβάλουμε, αλλά και να αρνούμαστε κατηγορηματικά αυτή την εκδοχή που αξίζει τουλάχιστον να επισημαίνεται;

Η επίσημη Ιστορία θα ισχυριστεί ότι δεν υπάρχουν γραπτά τεκμήρια και δεν θα διστάσει να μηδενίσει τη σημασία της προφορικής παράδοσης… αλλά ας δούμε μια άλλη «παρεξηγημένη» παράμετρο.

Γιατί, άραγε, δεν αναφέρεται η σημασία του Ολοκαυτώματος για την επιβίωση της Ύδρας και των Σπετσών; Εδώ υπάρχουν γραπτά τεκμήρια. Είναι οι επιστολές που ανταλλάσουν μεταξύ τους οι αρχές των δύο νησιών, ομολογώντας ότι αν ο οθωμανικός στόλος είχε στραφεί από την αρχή εναντίον τους θα τους εύρισκε απροετοίμαστους και θα είχαν υποστεί τα ίδια δεινά.

Γράφουν οι Υδραίοι: « Ενώ θρηνολογούμεν την ανέλπιστον καταστροφήν της Κάσου, πρέπει να ομολογήσωμεν ότι η προσβολή του εχθρού εκεί διέσωσε τας νήσους μας, τας οποίας ημπορούσε να καταλάβη αιφνιδίως ως εκείνην».

Η επίσημη Ιστορία, όμως, αποσιωπά αυτήν την απολύτως ορθολογική και τόσο σοβαρή παράμετρο της κασιακής θυσίας.

Δυστυχώς, Κυρίες και Κύριοι, η επίσημη Ιστορία αποδεικνύεται και κοντόφθαλμη, αλλά και Ανόητη!

Το όστρακο της Κάσου όμως, δεν έκλεισε οριστικά παρά την υπέρτατη θυσία που εκλαμβάνει από το αποτέλεσμα, τις διαστάσεις ενός συμβολισμού αντίστοιχου της μάχης των Θερμοπυλών.

Το όστρακο είναι το κέλυφος που προστατεύει μια πρωτογενή μορφή ζωής, μια μικρήν ανάσα, κι αυτή ποτέ δεν έσβησε σε τούτο το νησί.

Οι Κασιώτες, πέρα από τους 500 νεκρούς και τους 1500 αιχμαλώτους (γυναίκες και παιδιά, κυρίως) διαχύθηκαν στα γύρω νησιά. Γνώρισαν τον εξευτελισμό του πρόσφυγα στη Νάξο, στην Αμοργό, την Ίο, τον Πόρο και άλλα νησιά. Υπέστησαν τα πάνδεινα, έμειναν άστεγοι και πεινασμένοι. Ζητιάνεψαν. Έπεσαν θύματα εκμετάλλευσης, αλλά επιβίωσαν. Κι η επιβίωση για τον Κασιώτη είναι συνώνυμη με την εθνική υπόσταση. Γι’ αυτό και μπάρκαρε σε άλλα ελληνικά πλοία, απέκτησε κι ορισμένα δικά του και συνέχισε –απτόητος, θα τολμούσα να πω- την εθνική του δράση. Η Σύμη μαζί με την Τήλο και τη Χάλκη εξόπλισαν με δικά τους έξοδα τρία κασιώτικα καράβια για να επιτηρούν τις θάλασσές τους.

Όμως και η εκπροσώπηση της Κάσου στις Εθνικές Συνελεύσεις δείχνει από τη μια το εθνικό της φρόνημα κι από την άλλη, τη σημασία της για τον Ελληνισμό. Η Κάσος ήταν το μόνο νησί της Δωδεκανήσου που εκπροσωπήθηκε στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και είναι το τελευταίο μη απελευθερωμένο τμήμα της Ελλάδος που έπαψε να στέλνει αντιπροσώπους μόλις το 1843, δηλαδή δεκατρία χρόνια μετά τον αποκλεισμό της από τον εθνικό κορμό.

Και ποια ήταν η αμοιβή των ηρωικών της παιδιών; Την περιγράφει, αναφερόμενος σε μια συγκεκριμένη περίπτωση ο Πληρεξούσιος των Σπετσών Διομήδης Κυριακός, στην Εθνοσυνέλευση του 1863, αλλά ότι λέει για τον Νικόλαο Γρηγοριάδη, ισχύει δυστυχώς για όλους τους Κασίους αγωνιστές.

«…ενθυμούμαι, κύριοι, επειδή είμαι Σπετσιώτης και είχον αφορμήν να λάβω γνώσιν των ατυχών Κασίων, ότι και ούτοι είχον Πληρεξουσίους εις την Α΄ εν Αθήναις Συνέλευσιν. Τα πρώτα πλοία, τα οποία κατεστράφησαν και εγένοντο ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της Πατρίδος, ήσαν τα των Κασίων και μολαταύτα ούτοι ουδέποτε έλαβον λεπτόν. Ζει έτι υπέργηρος ο Γρηγοριάδης, όστις ήτο ναύαρχος των Κασίων, περί των εκδουλεύσεων των οποίων επικαλούμαι την ιστορίαν την γραπτήν. Ούτος, κύριοι, είχε λάβει βαθμόν τιμητικόν …υποπλοιάρχου. Έφριξα δε όταν τον είδον εσχάτως εις άπορον κατάστασιν. Έχασε τα πλοία του και δεν έλαβεν ουδ’ οβολόν.»

Τα όστρακα, βλέπετε, δεν μιλούν, και την Ιστορία τη γράφει ο νικητής. Στην προκειμένη περίπτωση την έγραψε ο απελευθερωμένος Έλληνας χωρίς δυστυχώς να δείξει το ενδιαφέρον του για τους αλύτρωτους και ειδικά για τούτο το νησί που ποτέ δεν αποδέχθηκε τον αποκλεισμό του από την κρατική οντότητα της Ελλάδος.

Το 1847 όταν επισκέφθηκε την Κάσο ο πρώτος Διευθυντής Αρχαιοτήτων της Ελλάδος, ο Λουδοβίκος Ross, διαπίστωσε ότι ο μόνος Τούρκος που διέμενε εκεί, ο υγειονομικός υπάλληλος, «μόλις την Παρασκευήν τολμά να ανυψώσει την ερυθράν ημισέληνον, ενώ η Ελληνική δι’ όλης της ημέρας κυματίζει επί του Ελληνικού Προξενείου και επί των πλοίων».

Κυρίες και κύριοι,

Η Ιστορία καταγράφει μέσα στους αιώνες, το μεγαλείο της κασιώτικης ψυχής. Αυτής της ψυχής που δακρύζει κάθε φορά που αντικρίζει τον ιερό βράχο, ανεξαρτήτως καθεστώτων και εποχών.

Αυτό το μεγαλείο της κασιώτικης ψυχής, μας καλεί επιτέλους το όστρακο της Κάσου –η πρωτογενής ψυχή του νησιού- να το αναδείξουμε στον ιστορικό άξονα. Ωστόσο, η ατόφια ψυχή δεν ξεγελιέται με κολακευτικές προτάσεις που έρχονται αναρμοδίως για να εξυπηρετήσουν άλλους σκοπούς.

Η Μεγάλη Ιστορία δεν χωρά σε παιχνίδια. Ούτε τότε, ούτε τώρα, ούτε στο μέλλον.

Η ανάδειξη της Ιστορίας αποκτά ουσιαστική αξία όταν αγγίζει

και την καθημερινότητά μας που, δυστυχώς, πολύ απέχει από αυτό που τα προτερήματά μας, αξίζουν!

Και για να γίνω συγκεκριμένος: τις δύο προηγούμενες ημέρες είδαμε τους συμπατριώτες μας να αναδεικνύουν και να τιμούν, μέδσα από την καλλιτεχνική τους έκφραση, με υπέροχο τρόπο την Ιστορία μας.

Είδαμε τα παιδιά μας, ντυμένα με τις παραδοσιακές στολές να χορεύουν τους δικούς μας χορούς και να αναπαριστούν την Ιστορία μας.

Σε αυτήν την εποχή! Σε αυτή, τη σημερινή, κοινωνία!

Αυτά τα ξεχωριστά παιδιά τα μεγαλώνουν και τα διαπαιδαγωγούν, με αυτόν τον τρόπο, ξεχωριστοί γονείς,

ΕΣΕΙΣ!

Αυτόν τον ξεχωριστό μας χαρακτήρα πρέπει να απελευθερώσουμε από το όστρακο για να τον συναντήσουμε στην καθημερινότητά μας.

Πάει, πετάει –μα στις ψυχές χτυπά
Καμπάνα σηκωμού κι αρνάδας λύτρωση
Βράχια που του νερού τα ξαναλέει ο αντίλαλος[…]
Κι ακούν μισάνοιχτα της Κάσος
Τα όστρακα

Advertisements

About mkskoulios

Editor, researcher, writer
This entry was posted in Ανταποκρίσεις από την Κάσο, Ιστορικά - Λαογραφικά Θέματα, Οι συνεργάτες μας, Πρόλογος. Bookmark the permalink.